#mazimprosta

Από το 1821, στην αυτοκτονία του σήμερα…

🤲 Κάποτε ήταν μια χώρα που πέρασε τέσσερις αιώνες κάτω από οθωμανική κυριαρχία.

Κι όμως, το 1821 αποφάσισε ότι η ιστορία δεν γράφεται μόνο με φόρους και φιρμάνια, αλλά και με μπαρούτι, καριοφίλια, και την επίμονη ιδέα ότι «δεν πάει άλλο».

Έκανε λοιπόν την επανάστασή της, συγκίνησε την Ευρώπη, απέκτησε συμμάχους που άλλοτε τη θαύμαζαν κι άλλοτε τη δάνειζαν με επιτόκια που θα έκαναν και τον πιο σκληρό τοκογλύφο να κοκκινίσει.

Και κάπως έτσι, με λίγο αίμα, λίγο ρομαντισμό, και αρκετή γεωπολιτική σκοπιμότητα, και συμφέροντα, γεννήθηκε ένα ανεξάρτητο κράτος…

Το όραμα έγινε πραγματικότητα.

Fast forward δύο αιώνες μετά, και η ίδια χώρα μοιάζει να έχει κάνει ένα εντυπωσιακό άλμα. Όχι προς τα εμπρός, αλλά προς μια παράξενη μορφή στασιμότητας με φώτα νέον, και μπόλικο στρας.

Η παραγωγή; Μια αφηρημένη έννοια που εμφανίζεται κυρίως σε προεκλογικές ομιλίες.

Η βιομηχανία; Κάτι ανάμεσα σε νοσταλγία και ιδιόρρυθμο case study ξένου πανεπιστημίου.

Η αγροτική οικονομία; Εδώ γελάμε. Περισσότερο Instagram παρά χωράφι, περισσότερο μαϊμού επιδοτήσεις παρά σιτάρι…

Το πολίτευμα; Τηλεοπτική κληρονομική δημοκρατία.

Αντί για εργοστάσια, η εν λόγω μπανανία διαθέτει άφθονες «πίστες».

Αντί για εξαγωγές προϊόντων, εξάγει influencers.

Αντί για στρατηγικό σχέδιο ανάπτυξης, διαθέτει ένα καλοκουρδισμένο σύστημα να ανοίγει ομπρέλες και να σερβίρει κοκτέιλ σε τουρίστες, από όμορες πρώην πάμπτωχες χώρες, που φτάνουν μαζικά κάθε καλοκαίρι με τα θηριώδη SUV τους για να ζήσουν το «όνειρο»…  ένα όνειρο που συχνά πληρώνεται με εποχική εργασία, και χειμερινή ανασφάλεια.

Η χώρα αυτή δεν είναι φτωχή μόνο οικονομικά, είναι και δημιουργικά κουρασμένη.

Έχει μετατρέψει την καθημερινότητα σε ένα ατελείωτο ριάλιτι, όπου πρωταγωνιστούν «διάσημοι» μαϊντανοί  που έγιναν γνωστοί επειδή… έγιναν γνωστοί.

Οι συζητήσεις περιστρέφονται γύρω από το ποιος χώρισε ποιον, ποιος εμφανίστηκε πού, και ποιος φόρεσε τι.

Εν τω μεταξύ, τα πιο βαριά ζητήματα περνούν διακριτικά στο κάτω μέρος της οθόνης, σαν ενοχλητικά ticker, που όμως κανείς δεν διαβάζει.

Και ποιος κυβερνά αυτό το θέαμα; Μια πολιτική τάξη που συχνά μοιάζει με οικογενειακή επιχείρηση.

Επώνυμα που επαναλαμβάνονται από γενιά σε γενιά, σαν να πρόκειται για μοναρχικές δυναστείες με δημοκρατικό περιτύλιγμα. Οι ίδιοι άνθρωποι, ή οι απόγονοί – βλαστάρια τους,  που υποτίθεται ότι «σώζουν» τη χώρα, ενώ ταυτόχρονα διαχειρίζονται στενές σχέσεις με ισχυρούς (κρατικοδίαιτους) επιχειρηματίες, οι οποίοι με τη σειρά τους φροντίζουν να διαμορφώνουν το τοπίο της ενημέρωσης μιας και οι ίδιοι είναι οι ιδιοκτήτες των περισσότερων, αν όχι όλων, των συστημικών ΜΜΕ.

Τα μέσα ενημέρωσης, σε αυτή την ιστορία, δεν είναι απλώς παρατηρητές. Είναι παίκτες.

Που αντί ως 4η εξουσία να ελέγχουν τις άλλες τρεις, αυτά τις ξεσκονίζουν πατόκορφα!

Κάποια μάλιστα λειτουργούν περισσότερο ως κυβερνητικοί μηχανισμοί διαμόρφωσης κοινής γνώμης παρά ως εργαλεία ενημέρωσης.

Η είδηση δεν είναι πάντα αυτό που συνέβη, αλλά αυτό που συμφέρει να ακουστεί.

Και ο πολίτης; Κάπου ανάμεσα σε breaking news, μπόλικες διαφημίσεις, και πάνελ γεμάτα χαρωπές φατσούλες και χαρούμενες φωνές, προσπαθεί να ξεχωρίσει τι είναι ουσία, και τι απλός θόρυβος.

Ο μέσος πολίτης, στο μεταξύ, αυτός που δεν εξαρτά την επιβίωσή του από το κυβερνών κόμμα, ζει σε μια ιδιότυπη ισορροπία. Από τη μία, η καθημερινότητα πιέζει: μισθοί που δεν φτάνουν, κόστος ζωής που ανεβαίνει, προοπτικές που συρρικνώνονται. Από την άλλη, υπάρχει ένα δίχτυ επιδομάτων που κρατά τα πράγματα… ανεκτά. Όχι καλά, απλώς ανεκτά. Αρκετά ώστε να μην καταρρεύσει το σύστημα, αλλά όχι αρκετά ώστε να αλλάξει ουσιαστικά.

Και έτσι, η αντίδραση μοιάζει να έχει αντικατασταθεί από μια συλλογική παραίτηση. Όχι επειδή ο κόσμος δεν καταλαβαίνει, αλλά επειδή κουράστηκε να ελπίζει.

Η οργή μετατρέπεται σε ειρωνεία, και η ειρωνεία σε χιούμορ. Ένα χιούμορ που λειτουργεί σαν άμυνα: «Έλα μωρέ, έτσι είμαστε εμείς, τι ψάχνεις κι εσύ τώρα;».

Το παράδοξο είναι ότι αυτή η χώρα έχει όλα τα υλικά για κάτι καλύτερο.

Ιστορία που εμπνέει, γεωγραφία που ζηλεύουν άλλοι, ανθρώπους ικανούς και δημιουργικούς.

Κι όμως, καταφέρνει να τα χρησιμοποιεί με τρόπο που θυμίζει περισσότερο αυτοσαμποτάζ παρά στρατηγική. Μια χώρα με αυτοκτονικό ιδεασμό…

Ίσως, τελικά, η μεγαλύτερη ειρωνεία να είναι αυτή. Ότι δηλαδή μια χώρα που κάποτε εξεγέρθηκε για να αποκτήσει τον έλεγχο της μοίρας της, σήμερα μοιάζει να έχει αποδεχτεί ότι η μοίρα είναι κάτι που απλώς… συμβαίνει. Και το μόνο που μένει είναι να το σχολιάσεις, κατά προτίμηση με λίγο ποταπό σαρκασμό, γιατί αλλιώς δεν αντέχεται…

Χρόνια μας πολλά!

#np2026 #PMG2882

Μοιράστε το άρθρο

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Μετάβαση στο περιεχόμενο