Τα λόγια που μένουν και… αγκυροβολούν στη συλλογική συνείδηση μιας κοινωνίας, όταν τέμνονται με την πραγματικότητα την οποία βιώνει εκείνη. Πριν από μερικούς μήνες, στην κορύφωση της ρητορικής και επιχειρηματολογικής κριτικής του για το Μέγαρο Μαξίμου και τον σημερινό Πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη, ο Ευάγγελος Βενιζέλος είχε μιλήσει για «μονοπρόσωπη εξουσία», στην οποία αναπόφευκτα απέδιδε σωρευτικές ευθύνες για την πολυδιάστατη, την πολυεπίπεδη, την πολυπαραγοντική, τη σύνθετη και ανατροφοδοτούμενη εθνική κρίση.
Η τρέχουσα εκδοχή της Ελλάδας, μετά από μια επταετία Μητσοτάκη στη διακυβέρνηση του τόπου, δεν δείχνει να ελκύει την πλατιά πλειοψηφία της κοινωνίας, για να συναινέσει στην… ανανέωσή της, μέσα από τη δημοκρατική ετυμηγορία της κάλπης των επικείμενων βουλευτικών εκλογών. Η σημερινή πολιτική κυριαρχία επικαλείται το επιχείρημα της σταθερότητας, η οποία περνάει, σύμφωνα με τη δική της οπτική, μέσα από την αυτοδυναμία, στον πυρήνα αυτής της διπλής σημειολογίας ωστόσο, ενυπάρχει το υπερτροφικό πολιτικό αυτοάνοσο που εξηγεί και τη δυσκολία της ανακάμψει και να αντιστρέψει την πραγματικότητα που έχει παγιωθεί στην ελληνική κοινωνία τουλάχιστον τα τελευταία δυο χρόνια, μετά το σοκ των ευρωεκλογών του 2024.
Η σταθερότητα δεν «πουλάει» σε μια κοινωνία η οποία βλέπει την ποιότητα της ζωής της να έχει υποβαθμιστεί δραματικά. Και η αυτοδυναμία συνδέεται πλέον με την αυταπόδεικτη αδυναμία της τρέχουσας πολιτικής κυριαρχίας να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τα μεγάλα, πραγματικά και ανατροφοδοτούμενα προβλήματα των πολιτών.
Τα ευρήματα όλων των δημοσκοπήσεων, ακόμη και εκείνων που… σκανδαλίζουν για τη γοητεία που τους ασκεί ο ρόλος του… χειροκροτητή της κυβέρνησης, επιβεβαιώνουν ότι, δίπλα στη νόσο της ακρίβειας, της συρρίκνωσης του εισοδήματος, της κατάρρευσης της αγοραστικής δύναμης και της αγωνίας για την οικονομική επιβίωση, κατοικοεδρεύει πλέον η διαφθορά. Η αίσθηση ότι η σημερινή Ελλάδα είναι ένα διεφθαρμένο κράτος, με αναλογίες αντίστοιχες εκείνης της εκτεταμένης διαφθοράς της δεύτερης τετραετίας του Κώστα Σημίτη, την περίοδο 2000-2004. Η ντροπή που προκαλούν τα σκάνδαλα της σημερινής κυριαρχίας, τα οποία αποκαλύπτει σε κοινή και δημόσια θέα η Ευρωπαία Εισαγγελέας Λάουρα Κοβέσι, αμαυρώνοντας τη συνολική εικόνα της Ελλάδας σε διεθνές επίπεδο, και πολύ ειδικότερα στα κέντρα λήψης των ευρωπαϊκών αποφάσεων, στις Βρυξέλλες.
Θα πρέπει να θεωρείται δεδομένο ότι, στις επερχόμενες βουλευτικές εκλογές θα εκδηλωθεί συμπεριφορά τιμωρητικής ψήφου από πλατιά κοινωνικά στρώματα, που αυτή τη φορά θα φτάσουν στην κάλπη, και δεν θα επιλέξουν τη βολική για την εκάστοτε κυβερνητική πλειοψηφία αποχή από την εκλογική διαδικασία.
Και στο πλαίσιο αυτής της τιμωρητικής ψυχολογίας της κοινωνίας, η πάταξη της διαφθοράς προβάλλει ως θεμελιώδες ζητούμενο και κοινή απαίτηση, με όρους κάθαρσης, μια συνθήκη αυτοτοποθέτησης που αναπόφευκτα ενισχύει τη Μαρία Καρυστιανού, ως «εκτός συστήματος», αλλά και τον Αλέξη Τσίπρα, στην περίοδο διακυβέρνησης του οποίου δεν καταλογίζονται τα σκάνδαλα της επταετίας Μητσοτάκη στην εξουσία.
Το τέλος της αυτοδυναμίας, που προκύπτει ως αναπόφευκτη συνέπεια της απογοήτευσης και της οργής της κοινωνίας για τα πεπραγμένα της κυβέρνησης Μητσοτάκη, συνοδεύεται από το φυσικό πλεονέκτημα που διατηρούν οι κυβερνήσεις συνεργασίας στην καταπολέμηση της διαφθοράς. Λόγω της ταυτότητάς τους, της ανάγκης να προκύπτουν συναινέσεις και συμφωνίες, και της αναπόφευκτης… παρακολούθησης του ενός εταίρου από τον άλλο, στις κυβερνήσεις συνεργασίας δεν παρατηρούνται παγίως περιστατικά διαφθοράς και σκανδάλων. Ένα πρόσθετο επιχείρημα για το καινούριο πολιτικό μωσαϊκό στο οποίο θα οδηγηθεί η χώρα μετά τις επερχόμενες εκλογές. Οι κυβερνήσεις συνεργασίας άλλωστε αναζητούνται από τους πολίτες όταν μια χώρα διέρχεται κρίση. Και η σημερινή Ελλάδα διέρχεται βαθιά κρίση, παγιωμένης παρακμής και ανατροφοδοτούμενης φθοράς.
Το κεντρικό ερώτημα που θα απαντηθεί το βράδυ των εκλογών, ώστε να αποτραπεί η αχρείαστη αβεβαιότητα των επαναλαμβανόμενων εκλογικών αναμετρήσεων, με στόχο μια αυτοδυναμία που παραπέμπει σε… ονείρωξη, αφορά το πρόσωπο του πρωθυπουργού. Το ποιος θα είναι εκείνος που θα διαδεχθεί τον Κυριάκο Μητσοτάκη στο Μέγαρο Μαξίμου, από τη στιγμή που ο σημερινός Πρωθυπουργός θα χρεωθεί την κοινωνική αποδοκιμασία της επταετίας του, και κανένας άλλος δυνητικός κυβερνητικός εταίρος δεν προτίθεται να συναινέσει στην περαιτέρω παραμονή του στα ηνία της χώρας.
Οι ζυμώσεις σε επίπεδο παρασκηνίου βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη. Γι’ αυτό και τα σενάρια πολλαπλασιάζονται. Και η σχετική προοπτική «έξωσης» του Κυριάκου Μητσοτάκη από το Μέγαρο Μαξίμου για να προκύψει κυβέρνηση συνεργασίας, τοποθετείται… αναίμακτα στον πυρήνα της δημόσιας συζήτησης.
#np2026 #NPMEDIAGROUP #NPMG2882